martes, 7 de enero de 2014

Η Άλυτη Εξίσωση

Η κρίση σε Ελλάδα και Ευρώπη, τα τέσσερα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα που παράγει και η διαρκής σύγκρουση μεταξύ τους.


1. Δίλημμα χωρίς απάντηση

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο ανθρωπολόγος Gregory Bateson και οι συνεργάτες του μελέτησαν μια παθολογική συνθήκη επικοινωνίας αρκετά κοινή στις ανθρώπινες σχέσεις, την οποία ονόμασαν “διπλό δεσμό” ή “διπλό αδιέξοδο”: το πρόσωπο που την αντιμετωπίζει είναι εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δυο αιτήματα απόλυτα αντιφατικά, οπότε όταν προσπαθεί να εκπληρώσει το ένα έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο: «Πρέπει να κάνεις το Χ, αλλιώς θα υποστείς τις συνέπειες» και ταυτόχρονα «Δεν πρέπει να κάνεις το Χ, αλλιώς θα υποστείς τις συνέπειες». Σύμφωνα με την ομάδα του Bateson, όταν το υποκείμενο δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το άλυτο δίλημμα, βυθίζεται σε διαρκή ένταση και απόγνωση που μπορεί να τον οδηγήσουν μέχρι την τρέλα.
Η σημερινή καπιταλιστική κρίση έχει δημιουργήσει μια κατάσταση για την κοινωνία στην Ελλάδα που βιώνεται σαν ένα «διπλό αδιέξοδο».
Από την μια πλευρά τα μνημόνια και η λιτότητα έχουν καταστρέψει τον κοινωνικό ιστό και τον καταστρέφουν κάθε μέρα ακόμη περισσότερο: άνθρωποι χωρίς στέγη, άρρωστοι χωρίς υπηρεσίες υγείας, οικογένειες χωρίς ρεύμα, νερό, φαγητό. Οι πολιτικές αποφάσεις των τελευταίων κυβερνήσεων επιβάλλουν μια μιζέρια χωρίς τέλος με την υπόσχεση μιας εξόδου που δεν έρχεται και που κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ακόμα και αν το ήθελε. Αλλά ακόμα και αν η έξοδος από την κρίση εμφανιστεί κάποια στιγμή, η κοινωνία δεν θα επιστρέψει στις εποχές της ευμάρειας (που πάντα ήταν πολύ σχετική). Η νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη θα κάνει τη σημερινή φτώχεια μόνιμη και δομική συνθήκη για χάρη μιας οικονομικής μεγέθυνσης που δεν θα έχει επίδραση στη ζωή της πλειονότητας του πληθυσμού: η δημόσια υγεία θα έχει πάψει να υπάρχει οριστικά, οι μισθοί θα είναι 200 ευρώ για 4ωρο, πολλοί ηλικιωμένοι θα είναι καταδικασμένοι στον κοινωνικό αποκλεισμό.
Από την άλλη, ούτε η έξοδος από το μνημόνιο και τις πολιτικές της λιτότητας φαίνεται συνθήκη ικανή να οδηγήσει προς το τέλος της σημερινής κρίσης: αν μια ελληνική κυβέρνηση (ας πούμε της αριστεράς) αρνηθεί να υποταχθεί στις εντολές των ευρωπαϊκών και διεθνών κέντρων εξουσίας, αυτά τα κέντρα θα κηρύξουν ανοιχτό οικονομικό και πολιτικό πόλεμο που θα ακυρώσει οποιαδήποτε επιδίωξη και πιθανότητα για μια ανεξάρτητη από αυτά τα κέντρα οικονομική ανάπτυξη. Και αυτό το ξέρουν όλοι, δεξιοί κι αριστεροί.
Με λίγα λόγια, το πιο πιθανό είναι ότι η δοκιμασία για την κοινωνία θα είναι παρόμοια είτε εντός είτε εκτός των εντολών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των διεθνών θεσμών που λειτουργούν σα σύμμαχοί του.

2. Τα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα της σημερινής κρίσης

Οι πολιτικές δυνάμεις –δηλαδή τα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα και όχι μόνο τα κόμματα– που είναι παρούσες στη δημόσια ζωή δεν μπορούν να παρουσιάσουν μια πρόταση λύση σε αυτή την πολύπλοκη κατάσταση (και μιλάμε για οποιαδήποτε έξοδο από αυτή την κατάσταση, άσχετα από τα ηθικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της). Επιπλέον, καμία από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις δεν έχει την αναγκαία ισχύ για να το κάνει. Το πολιτικό σκηνικό μοιάζει με μια εξίσωση της οποίας η λύση είναι αδύνατη. Αυτή η σκηνή αποτελείται από τέσσερις, κυρίως, δυνάμεις:

-Τις δυνάμεις που στηρίζουν τις σημερινές πολιτικές ( Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ) και που βασίζονται στον φόβο της κοινωνίας και στην απουσία μιας πολιτικής εναλλακτικής λύσης. Έχουν καταφέρει να κυβερνούν με την πλήρη στήριξη των ΜΜΕ, που χρησιμοποιούν κάθε πιθανό επιχείρημα για να νομιμοποιήσουν τις επιβαλλόμενες λεηλασίες από τις πρόσφατες κυβερνήσεις και για να υπερασπιστούν τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία σαν τη φυσική γλώσσα της οικονομίας και της κοινωνίας.
Μέχρι στιγμής έχουν νικήσει μα δεν έχουν πείσει. Συμπεριλαμβάνουν το πολιτικό προσωπικό που προέρχεται από το πελατειακό και κορπορατιστικό κράτος των τελευταίων δεκαετιών και το οποίο τώρα αφιερώνεται στην πραγματοποίηση δριμείων κριτικών ενάντια…στις πελατειακές σχέσεις, τη λογική της «ήσσονος προσπάθειας», την «χαμηλή απόδοση» του δημόσιου τομέα. Το πολιτικό μέλλον της κυβερνητικής εξουσίας που βασίζεται σε αυτές τις δυνάμεις είναι περισσότερο από αβέβαιο, μιας και όλοι συναισθάνονται ότι σε οποιαδήποτε στιγμή ένα γεγονός ή οποιοδήποτε γεγονός (οικονομική επιδείνωση, κάποια συγκεκριμένη απόφαση, ένα κοινωνικό συμβάν) μπορεί να έχει απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.

-Το «Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς», ο οποίος εκφράζει μια πρόταση εξόδου από την κρίση μέσω κευνσιανικών και σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών, δηλαδή, με αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, με επεκτατικές πολιτικές που αυξάνουν τη ρευστότητα και την αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων κ.α.
Το πρόβλημα με αυτή την πρόταση είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς ικανός να τη φέρει σε πέρας: Οι Διεθνείς οργανισμοί είναι άμεσα συνδεδεμένοι με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οποίο έχει αναπτυχθεί έξω και ενάντια στις σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές και λογικές. Οι αγορές του χρήματος ελέγχουν την μεγάλη πλειοψηφία των κεφαλαίων και μόνο μια μειοψηφία τους κινείται εντός της «πραγματικής οικονομίας». Κατά συνέπεια, η ξαναφρεσκαρισμένη από τον ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλδημοκρατία προτείνει μια επιστροφή στο παρελθόν που είναι μάλλον αδύνατη, τότε που οι χρηματιστηριακές αγορές δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένες και η «πραγματική οικονομία» ήταν ακόμη το κέντρο της οικονομικής ζωής. Εν κατακλείδι, ούτε οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί, ούτε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ούτε μια πιθανή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να εφαρμόσουν αυτό τον τύπο πολιτικών.

-Το φασιστικό ρεύμα που εκφράζει την ιδεοληψία υπέρ ενός εθνικού στρατιωτικοποιημένου καπιταλισμού ως αντίσταση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αν και η φασιστική ιδεολογία είναι παραληρηματική και απάνθρωπη, δεν στερείται εσωτερικής συνοχής: η πρότασή της είναι η στρατιωτικοποίηση των συνθηκών εργασίας και ζωής με στόχο την αύξηση της εθνικής παραγωγικότητας , με άλλα λόγια είναι μια πρόταση υπέρ μιας πιο αποδοτικής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Η εθνικιστική φασιστική ιδεολογία υπόσχεται μια κοινωνική ειρήνης βασισμένη στη συμμαχία του εθνικού κεφαλαίου με τους ντόπιους εργαζόμενους ενάντια στους ξένους «εισβολείς»: το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τους μετανάστες. Η πρόταση αυτή κερδίζει υποστηρικτές μέσα στα πιο συντηρητικά κομμάτια του πληθυσμού γιατί εξασφαλίζει μια ψευτοτομή εντός μιας συνέχειας: από τη μια πλευρά, υπάρχει άρνηση οποιασδήποτε ροής (κεφαλαίου και εργασίας) που «μολύνει» τη χώρα και, την ίδια στιγμή, υπάρχει υπεράσπιση όλων των κανιβαλικών -και κανονικών για το καθεστώς της αιχμαλωσίας- αξιών και συμπεριφορών: μίσος για τους άλλους, υπακοή στους νόμους και το κράτος, αγάπη για τον Αφέντη (Ηγέτη). Για να εφαρμοστεί θα πρέπει πρώτα να προκαλέσει έναν εμφύλιο πόλεμο και να νικήσει.

-Τα εξωκοινοβουλευτικά κοινωνικά κινήματα, τα οποία περιλαμβάνουν μια ποικιλία τάσεων, αλλά εδώ μας ενδιαφέρουν σαν ένα στοιχείο που είτε αντιτίθεται είτε ξεπερνάει τα άλλα τρία πολιτικοκοινωνικά ρεύματα. Αναφερόμαστε στα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικά, εργατικά, γειτονιάς, αλληλεγγύης σε άλλους αγώνες, αντικατασταλτικά κτλ.) που εναντιώνονται στα προστάγματα των διεθνών κέντρων και στις κυβερνητικές πολιτικές, που είναι αντιφασιστικά και που δεν περιορίζονται στη λογική «χρειαζόμαστε μια αλλαγή κυβέρνησης για να βάλουμε ένα τέλος στη δικτατορία των αγορών επί της κοινωνίας».
Αυτά τα κινήματα περιλαμβάνουν σημαντικές πρωτοβουλίες που προσπαθούν να επανασυγκροτήσουν τον κοινωνικό ιστό «από τα κάτω» (κοινωνικά συσσίτια, στέκια γειτονιάς, αυτοδιαχειριζόμενα μαθήματα, δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες από εθελοντές χωρίς θεσμική υποστήριξη). Ο λόγος τους είναι αντι-νεοφιλελεύθερος ή αντι-καπιταλιστικός, διεθνιστικός, καμιά φορά πατριωτικός και πάντα περιορισμένης σαφήνειας ως προς την εναλλακτική κοινωνικοπολιτική πρόταση τους. Βέβαια, η παραπάνω περιγραφή είναι πολύ γενικευτική και αόριστη.

Οι τέσσερις δυνάμεις που αναφέραμε διατηρούν διαφορετικές αποστάσεις και σχέσεις μεταξύ τους:

Αυτές που στηρίζουν τις επιβεβλημένες πολιτικές προσπαθούν να μειώσουν, προφανώς, την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ και να ακυρώσουν την επιρροή των κοινωνικών κινημάτων, ενώ ταυτόχρονα έχουν διατηρήσει μια επαμφοτερίζουσα σχέση με τους φασίστες: πριν τους ανεχόντουσαν και τώρα προσπαθούν να τους περιορίσουν. Πριν, οι φασίστες ήταν σύμμαχοι της αστυνομίας και τώρα διώκονται (μέχρι κάποιo σημείο…) προκειμένου το καθεστώς της λιτότητας και του θεσμοποιημένου ρατσισμού να επιδείξει, εκτός των άλλων σκοπιμοτήτων, ένα δημοκρατικό προσωπείο.
Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιτίθεται στην κυβέρνηση και τους φασίστες. Βλέπει τα κοινωνικά κινήματα σα μια δύναμη από την οποία μπορεί να αντλήσει δυνάμεις, και την ίδια στιγμή σα μια δύναμη που μπορεί να τον ξεπεράσει μέσα από τους αντικαπιταλιστικούς της λόγους και τις δράσεις της στον δρόμο. Ας μην ξεχνάμε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η βάση και οι ψηφοφόροι του Συνασπισμού είναι πιο ριζοσπαστικοί από τον μηχανισμό και την ηγεσία του κόμματος. Το κόμμα χρειάζεται αυτή τη βάση και ταυτόχρονα χρειάζεται να την περιορίσει.
Οι φασίστες αντιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ, συγκρούονται με τα λαϊκά και κοινωνικά κινήματα και έχουν μια ασαφή σχέση με την κυβέρνηση του μνημονίου. Είναι γνωστό ότι κομμάτια του Κράτους και των θεσμών θα έβλεπαν με καλό μάτι μια πιθανή σχέση ανάμεσα στη Νέα δημοκρατία και την Χρυσή Αυγή. Οι φασίστες διατηρούν σημαντικές συνδέσεις με την αστυνομία, το στρατό και τις μυστικές υπηρεσίες. Η κοινωνική δυσφορία τους τροφοδοτεί, και ταυτόχρονα τροφοδοτεί τον ΣΥΡΙΖΑ και τα κινήματα. Το ζήτημα είναι αν μια γενικευμένη πολιτικοκοινωνική αποσταθεροποίηση θα ενισχύσει περισσότερο την ΧΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ ή τα αντικαπιταλιστικά κοινωνικά ρεύματα.
Τα αντικαπιταλιστικά κοινωνικά ρεύματα δεν καταφέρνουν να αρθρώσουν μια αυτόνομη πολιτική πρόταση. Οι πολιτικές τους τοποθετήσεις κινούνται μεταξύ στήριξης (κριτικής τις πιο πολλές φορές) του ΣΥΡΙΖΑ και λόγους υπέρ της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας. Οι πιο ενεργοί πυρήνες τους προέρχονται από τις συλλογικότητες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και τις αναρχικές ομάδες. Επιδιώκουν να προάγουν την κοινωνική αλλαγή που ξεπερνάει μια απλή κυβερνητική αλλαγή και εμπνέονται από τις παραδόσεις των εργατικών και επαναστατικών κινημάτων των περασμένων αιώνων. Ωστόσο , αν και έχουν κάνει σημαντικά πράγματα, υπάρχουν πολλά που μένουν να γίνουν μιας και, αν και είναι παρόντα στους δρόμους και τους δημόσιους χώρους, δεν κατορθώνουν να καθορίσουν την ατζέντα των σημερινών κοινωνικών συζητήσεων. Για να το πούμε απλά, οποιαδήποτε αντικαπιταλιστική αναφορά είναι απούσα σε αυτή την ατζέντα.

3. Η διαρκής σύγκρουση

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα τέσσερα πολιτικοκοινωνικά ρεύματα αντιπροσωπεύουν τέσσερις κοινωνικές προτάσεις: α) απεδαφικοποιημένος καπιταλισμός κυριαρχούμενος από τις χρηματιστικές ροές, β) Κεϋνσιανικός καπιταλισμός βασισμένος στην Εθνική Οικονομία, γ) στρατιωτικοποιημένος καπιταλισμός βασισμένος επίσης στην εθνική οικονομία, δ) ρήξη με τον καπιταλισμό και οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού μοντέλου. Βέβαια, ανάμεσα στις τρεις πρώτες προτάσεις μπορούν να παραχθούν υβρίδια – ή τέρατα…
Αυτές οι τέσσερις προτάσεις δεν είναι αποτέλεσμα τις κρίσης στην Ελλάδα. Είναι περισσότερο οι επιλογές που αναδεικνύονται μέσα από τις δομές και τους ανταγωνισμούς της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Πρόκειται για τάσεις που είναι παρούσες σε όλες τις κρίσεις και επιπλέον σε όλη την εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που διακυβεύεται στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο δεν είναι μόνο η κρίση και η έξοδος από αυτή, αλλά επίσης οι βαθμοί ελευθερίας που οι κοινωνίες θα χάσουν ή θα κερδίσουν. Και ακόμη, οι ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο.

 

  Πηγή: http://www.x-pressed.org

No hay comentarios:

Publicar un comentario